ἀσφοδελοῦ

ἀσφόδελος
asphodel
masc/fem/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀσφοδέλου — ἀσφόδελος asphodel masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανθέρικος — ἀνθέρικος, ο (Α) [αθήρ] 1. ο μίσχος, το κοτσάνι διαφόρων φυτών και ειδικά του ασφόδελου 2. το άνθος, ο καρπός ή το καλάμι του ασφόδελου 3. το φυτό ασφόδελος …   Dictionary of Greek

  • αλέπουρας — ο το αποξηραμένο στέλεχος τών φυτών ασφοδέλου και νάρθηκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλεπουρά ή αλεποουρά*] …   Dictionary of Greek

  • πόθος — I Προσωποποίηση του πόθου στην αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή θρησκεία. Ήταν γιος του Ζέφυρου και της Ίριδας ή του Έρωτα και της Αφροδίτης. Εικονιζόταν με τη μορφή αμούστακου νέου. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Βερολίνου υπάρχει υδρία που βρέθηκε στο …   Dictionary of Greek

  • τσιρίσι — και τσερίσι, το, Ν 1. είδος αμύλου που εξάγεται από τους κονδύλους τού ασφοδέλου 2. κόλλα που παρασκευάζεται από το άμυλο αυτό και χρησιμοποιείται από τους υποδηματοποιούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. ciris] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.